kidney crawling1

AΝΤΩΝΙΟΣ Ν. ΖΑΓΟΡΙΑΝΑΚΟΣ MD

             

P9165202 6c

Νεφρολόγος - Eπιμελητής Βιοκλινικής Αθηνών 

 

Ο Δρ. Ζαγοριανάκος Αντώνιος είναι ειδικευμένος Νεφρολόγος και κατέχει τη θέση του Επιμελητή στην "Βιοκλινική Αθηνών". Φοίτησε στις Ιατρικές Σχολές του Βελγίου και της Β.Ιταλίας. Ολοκλήρωσε την ειδικότητα της Νεφρολογίας σε ένα από τα μεγαλύτερα Νοσοκομεία της Αθήνας, στο Κοργιαλένειο «Μπενάκειο ΕΕΣ». Ο ιατρός είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, της Ελληνικής Νεφρολογικής Εταιρείας και της European Dialysis and Transplant Association (ERA-EDTA).

 
   

ΧΝΝ ΚΑΙ ΑΝΑΙΜΙΑ

cp20 red blood cells 400H αναιμία αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της ΧΝΝ, με αυξανόμενη επίπτωση καθώς μειώνεται το GFR, κυρίως λόγω της ανεπαρκούς παραγωγής της ερυθροποιητίνης (ΕΡΟ) από τους πάσχοντες νεφρούς. Πρόσθετα αίτια μπορεί να είναι η απώλεια αίματος από τις επανειλημμένες εργαστηριακές δοκιμές, αιμορραγία από το γαστρεντερικό, σοβαρού βαθμού υπερπαραθυρεοειδισμού, οξεία ή / και χρόνια φλεγμονή, η έλλειψη σιδήρου, φυλικού οξέος ή βιταμίνης Β12. Όλοι οι ασθενείς με GFR <60 ml/min/1,73m2 πρέπει να αξιολογούνται για την αναιμία. Εάν η αιμοσφαιρίνη (Hgb) πέσει κάτω από τα 12,5 g/dL στους άνδρες ή 11,0 g/dL στις γυναίκες, μια διερεύνηση της αναιμίας είναι δικαιολογημένη. Αυτή η διερεύνηση πρέπει να περιλαμβάνει την αξιολόγηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων, τον αριθμό των δικτυοερυθροκυττάρων, τον σίδηρο ορού, την σιδηροδεσμευτική ικανότητα του σιδήρου (TIBC), τον κορεσμό της τρανσφερίνης (TSAT), την φερριτίνη ορού, και την δοκιμασία για αιμορραγία του πεπτικού (Mayer κοπράνων).

Μιλάμε για ανεπάρκεια σιδήρου όταν το TSAT είναι <20% ή / και τα επίπεδα της φερριτίνης ορού είναι <100 ng/mL. Λόγω της αυξημένης ποσότητας σιδήρου που απαιτείται για την αιμοποίηση, πολλές φορές δεν δύναται αυτή να αναπληρωθεί από τις τροφές και μόνο. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητη η συμπλήρωση σιδηρού εκ του στόματος (200 – 400 mg/ημέρα). Για την καλύτερη απορρόφηση του από το έντερο ο σίδηρος θα πρέπει να λαμβάνεται χωρίς τροφή (1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά το γεύμα) ή άλλα φάρμακα. Εάν οι αποθήκες σιδήρου δεν βελτιώνονται μετά από 1-3 μήνες με από του στόματος θεραπεία, μπορεί να χρειαστεί ενδοφλέβια χορήγηση.

ΧΝΝ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ

Ασθενείς με ΧΝΝ έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια (στεφανιαία νόσος, εγκεφαλικά επεισόδια, περιφερική αγγειοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια). Τα καρδιαγγειακά επεισόδια είναι η κύρια αιτία θανάτου, ανεξάρτητα από το στάδιο της ΧΝΝ, αντιπροσωπεύοντας το 40-50% όλων των θανάτων. Τα περισσότερα άτομα που έχουν διαγνωστεί με ΧΝΝ (I έως IV) πεθαίνουν πριν αναπτύξουν νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (V) και η αιτία θανάτου είναι πιθανό να σχετίζεται με τα καρδιαγγειακά επεισόδια. Παράγοντες κινδύνου αυτών των επεισοδίων περιλαμβάνουν την ηλικία, την υπέρταση, τις διαταραχές των λιπιδίων, τον Σ. Διαβήτη, την έλλειψη σωματικής άσκησης, την αναιμία. Φαίνεται ότι η ελαχιστοποίηση αυτών των παραγόντων μπορεί να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

ΧΝΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

OWL 0056 010615 what you really need to know about HBPΗ υπέρταση αποτελεί ταυτόχρονα αίτιο και επιπλοκή της ΧΝΝ, με το 50-75% των ασθενών με ΧΝΝ να έχουν αρτηριακή πίεση >140/90 mmHg. Οι ασθενείς με νεφρική νόσο θα πρέπει να διατηρούν τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης χαμηλότερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Για τα πρώιμα στάδια της υπέρτασης (συστολική: 120-130 mmHg / διαστολική: 80-89 mmHg) αλλαγές στην διατροφή αλλά και του τρόπου ζωής βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της θεραπείας. Δίαιτες χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και πλούσιες σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής αλέσεως, ωμέγα-3 λιπαρά οξέα προσφέρουν σημαντική προστασία μειώνοντας με επιτυχία την αρτηριακή πίεση. Επιπλέον ο περιορισμός του νατρίου στην διατροφή επιτυγχάνει περεταίρω μείωση της πιέσεως. Ωστόσο οι δίαιτες αυτές, χαμηλές σε λιπαρά και νάτριο, αλλά πλούσιες σε κάλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, φυτικές ίνες και αντιοξειδωτικά μπορεί να μην είναι κατάλληλες για όλα τα στάδια της ΧΝΝ. Για τα στάδια I και II της ΧΝΝ, μπορεί να είναι ασφαλείς και αποτελεσματικές για την θεραπεία της υπέρτασης και την πρόληψη της εξέλιξης της καρδιαγγειακής νόσου. Ωστόσο, για τα στάδια III και IV της ΧΝΝ, περιλαμβάνουν μεγαλύτερες ποσότητες πρωτεΐνης και φωσφόρου από ό, τι συνιστάται. Επίσης διατρέχουν δυνητικά μεγαλύτερο κίνδυνο υπερκαλιαιμίας λόγω της μειωμένης απέκκρισης του καλίου από τα ούρα (λόγω της νεφρικής βλάβης ή κάλιοσυντηρητικών αντί-υπερτασικών φαρμάκων). Οι δίαιτες αυτές περιλαμβάνουν περίπου 4500 mg/ημέρα καλίου, ποσότητα που είναι γενικά υψηλότερη από ό, τι συνιστάται για τα άτομα με ΧΝΝ σταδίου III ή IV. Salt Danger 1847217

Ο χειρισμός του νατρίου από τους νεφρούς διαταράσσεται στην ΧΝΝ έχοντας ως αποτέλεσμα την συσσώρευση του στον οργανισμό, την κατακράτηση ύδατος με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Ως εκ τούτου η πρόσληψη νατρίου πρέπει να περιορίζεται σε λιγότερο από 2,4 g/ημέρα (5 g/ημέρα άλατος) στα άτομα με ΧΝΝ. Περιορισμός νατρίου σε ποσότητα μικρότερη από τα 1,2 g/ημέρα μπορεί να μειώσει περαιτέρω την αρτηριακή πίεση.

ΧΝΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

alb web photo news miraclediets1Εκτός από τις διαιτητικές παρεμβάσεις, η φαρμακευτική αντί-υπερτασική αγωγή μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη της ΧΝΝ. Όλοι οι τύποι των αντί-υπερτασικών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μειώσουν την αρτηριακή πίεση στην ΧΝΝ, αλλά απαιτείται συνήθως συνδυασμός φαρμάκων για την επίτευξη των στόχων αυτής. Επίσης φαρμακευτική αγωγή μπορεί να προταθεί και σε ασθενείς χωρίς υπέρταση (πχ νεφροπάθειες που σχετίζονται με πρωτεϊνουρία). Ρόλο κλειδί στην προσέγγιση αυτή έχουν οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου (α-ΜΕΑ) και οι ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης II (ARBs) που εκτός από την πτώση της πιέσεως επιτυγχάνουν και την ελάττωση της πρωτεϊνουρίας επιβραδύνοντας έτσι την εξέλιξη της ΧΝΝ. Η ταυτόχρονη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων με μη διυδροπυρινικούς αναστολείς των διαύλων ασβεστίου μπορεί να αυξήσει επιπλέον το αντιλευκωματουρικό αποτέλεσμα. Αντίθετα οι διυδροπυρινικοί αναστολείς φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί σε λευκωματουρικές καταστάσεις. Επειδή η κατακράτηση υγρών είναι μία από τις κύριες αιτίες της υπέρτασης στην ΧΝΝ, σχεδόν σε όλους τους ασθενείς θα χρειασθεί διουρητική αγωγή προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της αρτηριακής πίεσης.

ΧΝΝ ΚΑΙ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ

hqdefaultΗ δυσλιπιδαιμία (δηλ. τα μη φυσιολογικά επίπεδα λιπιδίων) είναι συχνή σε άτομα με ΧΝΝ. Λαμβάνοντας υπόψη τα υψηλά ποσοστά αθηρωμάτωσης και καρδιαγγειακής νόσου στην ΧΝΝ όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται για διαταραχές των λιπιδίων. Από μελέτες παρατήρησης γνωρίζουμε ότι με την χρήση φαρμάκων (στατίνες) για την δυσλιπιδαιμία, βελτιώθηκε το λιπιδαιμικό προφίλ μειώνοντας το ποσοστό θνησιμότητας των ασθενών. Ωστόσο δεν είναι σαφές εάν οι διαταραχές των λιπιδίων είναι το αίτιο ή το αποτέλεσμα της έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας ή αν καταστάσεις όπως η λευκωματουρία προκαλούν διαταραχές τόσο στην νεφρική λειτουργία όσο και των λιπιδίων. Ο επιπολασμός της δυσλιπιδαιμίας στην ΧΝΝ μπορεί να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου των αλλαγών της πρωτεϊνουρίας, του GFR, του υποσιτισμού, της διαιτητικής παρέμβασης ή των θεραπειών γενικότερα για την ΧΝΝ. Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση των διαταραχών των λιπιδίων στην ΧΝΝ προτείνουν τον πιο συχνό έλεγχο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, τουλάχιστον σε ετήσια βάση και ειδικότερα μετά από θεραπείες που μπορούν να επηρεάσουν τα λιπίδια (όπως η διατροφή, φάρμακα για την μείωση των λιπιδίων, ή ανοσοκατασταλτικά φάρμακα). Το πρώτο βήμα της θεραπευτικής προσέγγισης περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως στην διατροφή, την άσκηση, την μέτρια κατανάλωση αλκοόλ και την διακοπή του καπνίσματος. Η μείωση του βάρους σε παχύσαρκους ασθενείς με ΧΝΝ παραμένει ένα άγνωστο πεδίο. Πιθανότατα να είναι ασφαλής σε ασθενείς με ΧΝΝ σταδίου Ι και ΙΙ. Στα στάδια ΙΙΙ και IV επειδή ο κίνδυνος υποσιτισμού είναι υψηλός πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στην διατροφή (θερμιδική / πρωτεϊνική πρόσληψη, μειωμένη πρόσληψη νατρίου / φωσφόρου). Για πολλούς νεφρολόγους η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής. Στόχος της φαρμακευτικής αγωγής είναι τα τριγλυκερίδια νηστείας να βρίσκονται κάτω από τα 500 mg/dL και της LDL λιγότερο από τα 100 mg/dL.

 

1.jpg